Επιτόπιες έρευνες στα νησιά Δωδεκανήσου και Κυκλάδων

Η παρούσα αναφορά συντάσσεται στο πλαίσιο υλοποίησης του ερευνητικού Πακέτου Εργασίας του έργου “Υποστήριξη λειτουργίας Περιφερειακού Παρατηρητηρίου Κοινωνικής Ένταξης Νοτίου Αιγαίου”. Η ομάδα σύνταξης αποτελείται από επιστημονικό προσωπικό και στελέχη της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, των εταιρειών “Crowdpolicy Ψηφιακές Συμμετοχικές Υπηρεσίες Ι.Κ.Ε.”, “CMT Προοπτική”, “Exelixis” καθώς και ερευνητών της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Αποτελεί την ανάλυση και σύνθεση των πρακτικών και καταγραφών των  επιτόπιων ερευνών για την καταγραφή της φτώχειας για το σύνολο της Περιφέρειας και με ανάλυση σε επίπεδο νομού / νησιού έτους 2020, οι οποίες λόγω των μέτρων αντιμετώπισης της διασποράς του COVID-19 έλαβαν χώρα το διάστημα Ιουλίου – Οκτωβρίου 2021. Ως εκ τούτου αναδεικνύει κρίσιμα σημεία των φαινομένων της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στην Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου, με βασικό στόχο την χάραξη των ετήσιων πολιτικών και δράσεων του Περιφερειακού Παρατηρητηρίου Κοινωνικής Ένταξης. 

Στην αναφορά καταγράφονται αναλυτικά πρωτογενή και δευτερογενή στατιστικά ποσοτικά και κοινωνικά ποιοτικά στοιχεία, τα οποία συλλέχθηκαν στο πλαίσιο των επιτόπιων ερευνών, τα οποία επεξεργάστηκαν ποσοτικά και συγκριτικά σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, τόσο για το σύνολο της Περιφέρειας όσο σε επίπεδο νομού και νησιού. Στις επιτόπιες έρευνες συνελέγησαν πρωτογενή δεδομένα από συνεντεύξεις με τα άτομα που πλήττονται από την φτώχεια όπως επίσης καταγράφηκαν οι συνθήκες διαβίωσής και οι επιπτώσεις της φτώχειας στο άμεσο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον (για παράδειγμα ως προς τις δεξιότητες, την επικοινωνία, την ομαλή ανάπτυξη των παιδιών κ.ά.). Ο αριθμός των ατόμων και νοικοκυριών που απετέλεσαν το δείγμα του υπό μελέτη πληθυσμού προσδιορίστηκε με βάση οικονομικά κριτήρια καθώς και άλλοι παράγοντες (όπως το αν τα άτομα αυτά ανήκουν σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες κ.τλ.). Στο παραπάνω πλαίσιο επελέγη δείγμα αναμεταξύ του πληθυσμού των δικαιούχων του ΤΕΒΑ του έτους 2020. Στον προσδιορισμό του μεγέθους του δείγματος έπαιξε ρόλο και ο συνολικός πληθυσμός και τα ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά του εκάστοτε νησιού ή Δήμου της Περιφέρειας. Κατά τη διαδικασία των ερευνών αναπτύχθηκε στενή συνεργασία με τους πρωτοβάθμιους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Δήμοι) και ειδικότερα τα Κέντρα Κοινότητας και τις αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες των Δήμων, ενώ πραγματοποιήθηκαν ποιοτικές έρευνες με τη μέθοδο της συνέντευξης και της Εστιασμένης Ομάδας Έρευνας με αιρετούς εκπροσώπους των Δήμων και εργαζόμενους των Κέντρων Κοινότητας ή/και των κοινωνικών υπηρεσιών αντίστοιχα.

Συνολικά, η έρευνα καταδεικνύει ότι οι επιπτώσεις της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού δεν αποτελούν παροδικά φαινόμενα αλλά συνδέονται με έναν ευρύτερο κύκλο κοινωνικού αποκλεισμού σε επίπεδο τοπικής κοινωνίας από το οποίο τα άτομα δυσκολεύονται να απεμπλακούν. Ως πλέον ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού προκύπτουν οι γυναίκες, οι ηλικιωμένοι, άτομα με αναπηρίες, νέοι επισφαλώς εργαζόμενοι, οι άνεργοι, άτομα με εύθραυστη σωματική ή/και ψυχική υγεία και μετανάστες και αλλοδαποί πολίτες.

Τα φαινόμενα της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού επηρεάζονται από την οικονομική βάση κάθε νησιού. Στις περιπτώσεις νησιών που εξαρτώνται σημαντικά από την τουριστική ανάπτυξη καθοριστικός εμφανίζεται ο παράγοντας της εργασιακή επισφάλεια των νέων και των γυναικών που απασχολούνται στις σχετικές παραγωγικές δραστηριότητες. Σε περισσότερο αγροτικές οικονομίες αναδεικνύεται ο κοινωνικός αποκλεισμός των ηλικιωμένων σε συνδυασμό ωστόσο με την έλλειψη υποστηρικτικού δικτύου από την ευρύτερη οικογένεια. Στα μικρότερα σε πληθυσμό νησιά παρατηρούνται παράγοντες χωρο-κοινωνικού αποκλεισμού που εντείνουν τα φαινόμενα και σχετίζονται με τη νησιωτικότητα, τη γεωγραφική απομάκρυνση από τα περιφερειακά αστικά κέντρα και την έντονη πληθυσμιακή διασπορά στο εσωτερικό κάθε νησιού, και κυρίως στην  ανεπάρκεια των δομών υγειονομικής περίθαλψης. 

Η λειτουργία των Κέντρων Κοινότητας έχει επιφέρει σημαντικά οφέλη στις τοπικές κοινωνίες, παρά τη σημαντική υποστελέχωση πολλών Κέντρων Κοινότητας. Η έως τώρα λειτουργία των Κέντρων Κοινότητας έχει αναδείξει τη σημασία της εξατομικευμένης προσέγγισης προς τους ωφελούμενους με την πλειονότητα των στελεχών των Δήμων να αναζητούν έναν τρόπο δικτύωσης για την εξεύρεση καλών πρακτικών σε αυτό το επίπεδο. Τα δύο κύρια προβλήματα που φαίνεται να αντιμετωπίζουν τα Κέντρα Κοινότητας σε αυτό το πλαίσιο είναι η υποστελέχωσή τους και η αναντιστοιχία επιστημονικού αντικειμένου των στελεχών με τα καθήκοντα και αρμοδιότητες τα οποία εκτελούν. 

Από την έρευνα αναδεικνύεται σχετική αδυναμία των περιφερειακών ενοτήτων με χαρακτηριστικά νησιωτικού χώρου να ανταπεξέλθουν στη διαχείριση κρίσεων όπως είναι η οικονομική κρίση αλλά και η υγειονομική κρίση COVID19. Η εμφάνιση της οικονομικής κρίσης όξυνε τις εισοδηματικές ανισότητες ανάμεσα στους διάφορους Δήμους της περιφέρειας αλλά και εσωτερικά εντός της επικράτειας των Δήμων. Παράλληλα, η υγειονομική κρίση οδήγησε σε περαιτέρω περιθωριοποίηση τόσο των ατόμων που βρίσκονται σε συνθήκες φτώχειας όσο και απομακρυσμένων περιοχών. Μία σημαντική μερίδα ευάλωτων πληθυσμών αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα πρόσβασης σε ψηφιακές υπηρεσίες την περίοδο των περιοριστικών μέτρων λόγω της πανδημίας για λόγους που σχετίζονται τόσο με τα υψηλά ποσοστά ψηφιακού αναλφαβητισμού όσο και με την αδυναμία πρόσβασης σε ψηφιακό εξοπλισμό. Επιπλέον, σε περίοδο υγειονομικής κρίσης, επηρεάστηκε αρνητικά και η δυνατότητα πρόσβασης σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Συνολικά, αναδεικνύεται η ανάγκη συγκρότησης τόσο στρατηγικού όσο και επιχειρησιακού σχεδίου για την διαφοροποίηση και την ανάπτυξη της παραγωγικής βάσης των νησιών με παράλληλη στήριξη της ανάπτυξης κοινωνικών δομών με την επιδοματική πολιτική να κατέχει ένα δευτερεύοντα στοχευμένο ρόλο στο πεδίο άσκησης κοινωνικής πολιτικής, το οποίο θα περιλαμβάνει επίσης ισχυρούς μηχανισμούς ελέγχου. Σε αυτό το πλαίσιο, τα Κέντρα Κοινότητας αναδεικνύονται ως κρίσιμος εταίρος συνδιαμόρφωσης κοινωνικών δράσεων λόγω της πολύτιμης γνώσης που έχουν αποκτήσει τα στελέχη τους αλλά και της προθυμίας τους να αναπτύξουν περαιτέρω νέες δράσεις στήριξης των ωφελούμενων.

Το επίπεδο διάχυσης του Παραδοτέου είναι Δημόσιο. Η παρούσα έκδοσή του αποτελεί την πλήρη μορφή του εγγράφου, η οποία διατίθεται εσωτερικώς στα μέλη της Ομάδας Έργου του Αναδόχου και της Αναθέτουσας Αρχής, προς έγκριση από την τελευταία. Ωστόσο, καθώς η παρούσα αναφορά προορίζεται για δημοσίευση, δόθηκε η απαραίτητη φροντίδα παρουσίασης του περιεχομένου με εύληπτο και άμεσα κατανοήσιμο τρόπο, με την μορφή πινάκων, δεικτών, infographics κ.ά. (για συγκρίσιμα και κατανοητά αποτελέσματα).